Feeds:
Άρθρα
Σχόλια

Bus και κάτω

Η κυρία στο διπλανό κάθισμα του λεωφορείου διάβαζε ένα βιβλίο για τους υπολογιστές, κάτι που μου φάνηκε περίεργο, γιατί ήταν καμιά σαρανταριά χρόνια μεγαλύτερη από τη μαμά μου, οπότε θα έπρεπε να ξέρει ακόμα καλύτερα τους υπολογιστές, και μάλιστα χωρίς βιβλίο. (Εκτός αν το είχε γράψει εκείνη και έψαχνε να βρει τα λάθη, όπως κάνει η μαμά μου όλη την ώρα και με εκνευρίζει τρομερά. Δικαίωμά μου είναι να έχω όσα ορθογραφικά θέλω στο ημερολόγιό μου).

Όταν άρχισε να γκρινιάζει ότι της φαίνονται τόσο δύσκολα όλα αυτά, η μαμά μου της έδωσε θάρρος και της είπε μπράβο που δεν επανανάβεται (φαίνεται θα είχε σβήσει) και που συνεχίζει να μαθαίνει καινούρια πράγματα.

Διαβάστε τη συνέχεια »

Heal the word

Σήμερα γιόρταζε η μαμά μου. Μου το είπε το πρωί, σαν να μην πολυπίστευε ότι με νοιάζει, και τότε εγώ έβγαλα αμέσως το καλαμάκι από το στόμα μου και το έβαλα στο δικό της για να της δείξω ότι με παραένοιαζε, αλλιώς σιγά μην της έδινα από το γάλα μου, και μάλιστα από το κίτρινο ποτήρι. Η μαμά έκανε ότι πίνει και μου έκανε και «ευχαριστώ» αλλά εγώ ξέρω ότι στα ψέματα κατάπιε γιατί το σιχαίνεται το γάλα μου, κι ας μη μου το λέει, για να μη ζηλέψω τάχα κι εγώ και αρχίσω να μην το πίνω. Για τον ίδιο λόγο μασάει δέκα ώρες την μπανάνα που την ταΐζω και περιμένει να πάω να ζωγραφίσω τα μαϊμουδάκια μου για να τη φτύσει. Και μετά κάνει «μμμ» και «μμμ» όποτε τρώει γιαούρτι ή κανένα από αυτά τα ανεκδιήγητα πρασινάκια που χώνει μέσα στο ρύζι, λες και είμαι χαζή εγώ και θα ξεχάσω πόσο βλακεία είναι.

Διαβάστε τη συνέχεια »

Σιγουράκι (not)

Θα ήθελα να είμαι από εκείνες τις μαμάδες που για το 90% των πραγμάτων που κάνουν σε σχέση με τα παιδιά τους, είναι σίγουρες ότι κάνουν το σωστό. Και που στο υπόλοιπο αβέβαιο 10% δε δίνουν ούτε το 1/10 της σημασίας που δίνω στο δικό μου αβέβαιο 110%, ακόμα κι αν συζητάμε για το πώς θα της φτιάξω τα μπιφτέκια.

ΠΣ. Συγγνώμη, Στεφανία, για την εισβολή, φαντάζομαι υποψιάζεσαι ήδη ότι η μαμά σου ξενυχτάει προσπαθώντας να βρει την άκρη -γενικώς.

Ενώ εσύ (δεν) κοιμόσουν

Εντάξει, το έλυσα, δε θα μου ξαναπεί κανείς μπράβο, ότι κοιμήθηκα σερί. Γιατί ανακάλυψα ότι πιο ωραίο κι από το να βλέπεις όνειρα χωρίς διακοπές είναι να σου χαϊδεύει η μαμά την κοιλιά σου όλη τη νύχτα χωρίς διακοπές.

Εντάξει. (Τρελή ανακούφιση). Δεν υπνοβατώ. Είμαι υγιής και δεν κινδυνεύω να πατήσω μέσα στη νύχτα κάποιο από τα θανατηφόρα αυτοκινητάκια/τηγανάκια/μπαλάκια που η ίδια σπέρνω παντού στη διάρκεια της ημέρας. Απλώς σταμάτησα να (τους) ξυπνάω μες στη μέση της νύχτας, γι’ αυτό έκαναν τέτοια φασαρία. Ο μπαμπάς λέει ότι το κατόρθωμα είναι δικό του, επειδή τελευταία θυσιάζει τη μεσημεριανή του ηρεμία και με ξυπνάει σα βάρβαρος (αυτό το λέω εγώ) όταν τολμάω να κοιμηθώ πάνω από μια ωρίτσα το μεσημέρι. Η μαμά λέει ότι το κατόρθωμα είναι δικό της, επειδή είναι σούπερ γουάου παιδαγωγός και έμεινε σταθερή στην εκπαίδευση ύπνου (το γεγονός ότι έμενε σταθερή εδώ και 4 μήνες περίπου, χωρίς αποτέλεσμα φυσικά, το αποσιωπά με θράσος). Η κυρία Σουζάνα λέει (κοιτάζοντας αγριευτικά τη μαμά μου) ότι δεν υπάρχει κανένα κατόρθωμα, απλώς σταμάτησα επιτέλους να θηλάζω μέσα στη νύχτα. Εγώ λέω ότι απλώς ανακάλυψα πως τα όνειρα είναι καλύτερα χωρίς διακοπές.

Ενώ εσύ κοιμόσουν

Νομίζω ότι υπνοβατώ. Μη γελάτε, σίγουρα υπνοβατώ. Κάθε πρωί που ξυπνάω, η μαμά κι ο μπαμπάς με παίρνουν στο κρεβάτι τους (απ’ αυτή την ιδιαίτερη μεταχείριση και μόνο καταλαβαίνετε πόσο σοβαρό είναι) και για κανένα δεκάλεπτο μου λένε συνέχεια «μπράβο» και «έχεις μεγαλώσει και τα πας τόσο καλά», «είσαι καταπληκτική», «μας έχεις αφήσει άναυδους» τέτοια. Εγώ, εννοείται, τους κοιτάζω σαν χαζή και σκύβω το κεφάλι με ταπεινοφροσύνη και τους χαμογελάω σε στιλ «ελάτε τώρα, τα παραλέτε» αλλά η αλήθεια (που κοντεύει να με τρελάνει) είναι ότι δεν έχω ιδέα για τι διάολο με συγχαίρουν. Μήπως σηκώνομαι και τραγουδάω άριες; Μήπως σηκώνομαι και ντύνομαι ολομόναχη; Μήπως σηκώνομαι και τους φτιάχνω μπουγάτσες για πρωινό; Και αν ναι, γιατί δε μου κρατάνε ποτέ κομμάτι;

Talk talk

Η μαμά μου είναι πολύ χαρούμενη γιατί συνειδητοποίησε (duh.) ότι το «μπα, πού»[1] είναι, παιδαγωγικά μιλώντας, μια πρόταση δύο λέξεων και όχι δύο συλλαβών, όπως πίστευε μέχρι προχθές. Με την ευκαιρία αυτή και δεδομένου ότι αρκετά συχνά διασπείρονται πλέον στο ευρύτερο περιβάλλον μου φήμες ότι δεν έχω μιλήσει ακόμα, νομίζω ήρθε η ώρα να δηλώσω τα εξής: ο μεγάλος αριθμός ομόηχων λέξεων της ελληνικής γλώσσας κάνει την ομιλία μου να ακούγεται συχνά, πώς να το πω, περιορισμένη. Ειδικά οι προτάσεις «για, για»[2], «μα μα»[3] και «πού πού»[4] μπορούν να χαρακτηριστούν έως και παιδαριώδεις από το απαίδευτο αφτί, γι’ αυτό κι εγώ σύντομα επιστρέφω στο «αμρπουγκλινηγφ», που όπως και να το κάνεις ακούγεται τουλάχιστον εμπεριστατωμένο.


[1] «Πού είναι ο μπαμπάς;».

[2] «Γεια σου, γιαγιά».

[3] «Μαμά, φιλάκι».

[4] «Πού είναι ο παππούς;».


Follow

Get every new post delivered to your Inbox.

Join 1,084 other followers